δεκατεία

δεκᾰτεία, ,
A = δεκάτευσις, Plu.Ant.39.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • δεκατείᾳ — δεκατείᾱͅ , δεκατεία fem dat sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δεκατεία — η (Α δεκατεία) [δεκατεύω] η δεκάτευσις νεοελλ. η υπηρεσία τού δεκατιστή* …   Dictionary of Greek

  • δεκατείαν — δεκατείᾱν , δεκατεία fem acc sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.